Στη Νεραϊδοχώρα, εκεί όπου τα χρώματα λάμπουν και τα όνειρα πετούν, ζούσε η Αμορέλ,
η Νεράιδα της Αγάπης.
Τα φτερά της είχαν το χρώμα της καρδιάς και όπου περνούσε, η αγάπη άνθιζε.
Με ένα της χαμόγελο, οι λύπες μαλάκωναν και οι καρδιές θυμούνταν πώς είναι να χτυπούν μαζί.
Μια μέρα, η Αμορέλ ένιωσε κάτι περίεργο.
Η αγάπη κάπου είχε χαθεί.
Πέταξε ως την άκρη του δάσους και εκεί είδε μια καρδιά παγωμένη.
Ήταν μόνη, σκληρή σαν πάγος και ακίνητη.
Είχε ξεχάσει πώς είναι να αγαπά.
Η Αμορέλ πλησίασε σιγά.
«Όταν δεν υπάρχει αγάπη, έρχεται το κρύο», ψιθύρισε.
Δοκίμασε να ρίξει λίγη μαγική σκόνη.
Η καρδιά δεν κουνήθηκε.
Δοκίμασε τραγούδι.
Τίποτα.
Τότε η Νεράιδα της Αγάπης έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα.
Κάθισε δίπλα στην καρδιά.
Την άκουσε.
Την αγκάλιασε.
Χωρίς λόγια.
Και σιγά σιγά, ο πάγος άρχισε να λιώνει.
Ένα απαλό φως βγήκε από μέσα.
Ντουπ… ντουπ…
Η καρδιά ζεστάθηκε.
Θυμήθηκε.
Γύρω τους, τα λουλούδια άνοιξαν, το χιόνι έλιωσε και το δάσος γέμισε χρώμα.
Η αγάπη είχε επιστρέψει.
Η καρδιά ψιθύρισε:
«Η αγάπη δεν χάνεται… απλώς μερικές φορές ξεχνιέται.»
Η Αμορέλ χαμογέλασε και άνοιξε τα φτερά της.
Ήξερε πως η αποστολή της είχε τελειώσει.
Γιατί εκεί που υπάρχει αγάπη,
κανένας πάγος δεν κρατά για πάντα.
Και από τότε, κάθε φορά που μια καρδιά πάγωνε,
η Νεράιδα της Αγάπης Αμορέλ
ήταν πάντα κοντά.
