Στου χωριού τον πιο όμορφο λαχανόκηπο, εκεί που το χώμα μύριζε ήλιο και φροντίδα, ζούσε ο κύριος Καρότος ο ναζιάρης.
Ήταν πορτοκαλί, λαμπερός και πάντα χαμογελαστός. Μα το πιο ξεχωριστό του πράγμα δεν ήταν το χρώμα του…
Ήταν η καρδιά του.
Ο κύριος Καρότος ήταν η ψυχή του λαχανόκηπου.
Όπου κι αν πήγαινε, τα φυτά μεγάλωναν λίγο πιο χαρούμενα και τα λαχανικά γελούσαν λίγο πιο δυνατά.
Κάθε πρωί, μόλις ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, ο Κύριος Καρότος καθόταν στο μικρό του πιάνο, κάτω από τη μεγάλη ντοματιά.
Τα φύλλα του ανέμιζαν σαν μαλλιά και τα πλήκτρα γέμιζαν τον κήπο με μουσική.
Τα αγγουράκια χόρευαν, τα μαρούλια κουνούσαν ρυθμικά τα φύλλα τους και οι ντομάτες τραγουδούσαν σιγανά.
«Η μουσική κάνει την καρδιά να μεγαλώνει», έλεγε πάντα ο κύριος Καρότος.
Όταν τελείωνε το τραγούδι, πήγαινε κοντά στη θάλασσα.
Ξάπλωνε ήρεμα, έκανε την ηλιοθεραπεία του και άφηνε τον ήλιο να τον γεμίσει ζεστασιά.
«Ο ήλιος μου δίνει δύναμη», ψιθύριζε, «κι εγώ τη μοιράζομαι».
Και πράγματι… τη μοιραζόταν.
Κάθε απόγευμα, τα παιδιά του χωριού περνούσαν από τον λαχανόκηπο.
Ο κύριος Καρότος τα υποδεχόταν με ένα χαμόγελο και τους έλεγε ιστορίες για το πώς τα καρότα βοηθούν τα μάτια να βλέπουν καθαρά, το σώμα να δυναμώνει και το μυαλό να σκέφτεται έξυπνα.
Τα παιδιά γελούσαν, δοκίμαζαν καρότο και ένιωθαν γεμάτα ενέργεια.
Κι ο κύριος Καρότος καμάρωνε.
Μια μέρα, ο λαχανόκηπος ξύπνησε λίγο λυπημένος.
Τα φυτά ήταν κουρασμένα και η μουσική έλειπε.
Τότε ο κύριος Καρότος στάθηκε στη μέση του κήπου και έπαιξε στο πιάνο το πιο χαρούμενο τραγούδι που ήξερε.
Η μουσική απλώθηκε παντού.
Τα φύλλα σηκώθηκαν, τα χρώματα ζωντάνεψαν και ο λαχανόκηπος ξαναβρήκε τη χαρά του.
Από εκείνη τη μέρα, όλοι ήξεραν την αλήθεια:
ο κύριος Καρότος ο ναζιάρης δεν ήταν απλώς ένα λαχανικό.
Ήταν η καρδιά, η μουσική και η αγάπη του λαχανόκηπου.
Και κάθε φορά που ένα παιδί χαμογελούσε τρώγοντας καρότο…
ο κύριος Καρότος χαμογελούσε κι εκείνος λίγο πιο δυνατά !
