Ήταν μια νύχτα χιονισμένη, από αυτές που το φεγγάρι μοιάζει πιο φωτεινό και τα αστέρια πιο κοντινά.
Στην καρδιά του δάσους, εκεί όπου τα έλατα φορούν άσπρα καπέλα από χιόνι, κάτι μαγικό ετοιμαζόταν.
Οι χιονάνθρωποι είχαν ξυπνήσει!
Ένας ένας, ξεπρόβαλαν από τις άκρες του δάσους, τινάζοντας απαλά το χιόνι από τα κασκόλ τους.
Φορούσαν πολύχρωμα σκουφιά, καρό κασκόλ και κουμπιά που έλαμπαν σαν μικρά αστέρια.
«Είναι η μεγάλη βραδιά!» είπε ο πιο ψηλός χιονάνθρωπος.
«Η βραδιά του χορού!»
Στη μέση του λιβαδιού, πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο, είχε στηθεί κάτι πρωτόγνωρο:
τα πικάπ του Άη Βασίλη.
Ο Άη Βασίλης φόρεσε τα ακουστικά του, έτριψε τα χέρια του και χαμογέλασε πλατιά.
«Έτοιμοι για τον πιο γιορτινό χορό που έχει δει ποτέ το δάσος;»
Και τότε… η μουσική άρχισε.
Ο ρυθμός κύλησε πάνω στο χιόνι σαν μαγικό κύμα.
Τα δέντρα άναψαν φωτάκια, τα αστέρια άρχισαν να τρεμοπαίζουν στον ρυθμό και οι χιονάνθρωποι άρχισαν να χορεύουν.
Γύρω τους μαζεύτηκαν τα ζωάκια του δάσους.
Αρκουδάκια χόρευαν βαριά και αστεία, λαγουδάκια έκαναν μικρά πηδηματάκια, αλεπουδίτσες στριφογύριζαν με χάρη.
Οι πιγκουίνοι, φυσικά, έκαναν τσουλήθρα στο χιόνι και γελούσαν δυνατά.
Και κάπου εκεί…
όλοι μαζί τραγουδούσαν:
«Καλή χρονιά, καλή χρονιά,
παίζουμε στο χιόνι, τραγουδάμε δυνατά…»
Ο Ρούντολφ ανέλαβε για λίγο τη μουσική.
Η μύτη του φώτιζε σαν προβολέας και όλοι χειροκροτούσαν.
Ο Άη Βασίλης, εν τω μεταξύ, είχε πάει στον μπουφέ.
Δοκίμαζε μπισκότα, γέλαγε και έλεγε:
«Χορός χωρίς λιχουδιές… δεν γίνεται!»
Η μουσική συνέχισε μέχρι που το δάσος γέμισε γέλια, αγκαλιές και ζεστασιά παρόλο που παντού υπήρχε χιόνι.
Και τότε, ο πιο μικρός χιονάνθρωπος είπε σιγανά:
«Ξέρετε τι είναι το πιο ωραίο;
Ότι χορεύουμε όλοι μαζί.»
Και είχε δίκιο.
Γιατί εκείνο το βράδυ, στο χιονισμένο δάσος,
κανείς δεν ήταν μόνος.
Όλοι χόρευαν, όλοι γελούσαν, όλοι γιόρταζαν.
Και έτσι, με μουσική, χορό και αγάπη,
οι χιονάνθρωποι και ο Άη Βασίλης χάρισαν στο δάσος
τα πιο χαρούμενα Χριστούγεννα και την πιο φωτεινή Καλή Χρονιά.
