Στην άκρη μιας μεγάλης, σκονισμένης κατασκευής ζούσε ο Ντόζας ο Μπουλντόζας.
Ήταν δυνατός, κίτρινος και πάντα γεμάτος χώμα. Κάθε πρωί ισίωνε δρόμους, έσπρωχνε πέτρες και άνοιγε περάσματα για όλους. Ήταν καλός στη δουλειά του. Πολύ καλός.
Όμως… μέσα στη μεγάλη μεταλλική του καρδιά, ο Ντόζας έκρυβε ένα μυστικό.
Κάθε απόγευμα, όταν ο ήλιος έγερνε και τα μηχανήματα ξεκουράζονταν, ο Ντόζας κοιτούσε μακριά.
Εκεί, σε ένα άδειο χωράφι, τα μικρά παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο.
Η μπάλα κύλαγε, γέλια ακούγονταν και όλοι φώναζαν χαρούμενα.
Ο Ντόζας αναστέναζε.
- «Κι εγώ θέλω να παίξω ποδόσφαιρο…» ψιθύριζε.
Μα φοβόταν.
Ήταν μεγάλος. Βαρύς. Με τεράστια λεπίδα μπροστά.
- «Ποιος μπουλντόζας παίζει ποδόσφαιρο;» σκεφτόταν.
Μια μέρα, καθώς έσπρωχνε χώμα, κάτι κύλησε μπροστά του.
Ήταν μια μπάλα!
Χωρίς να το καταλάβει, ο Ντόζας την ακούμπησε απαλά με τη λεπίδα του… και η μπάλα κύλησε τέλεια!
Τα παιδιά σταμάτησαν και τον κοίταξαν.
- «Ουάου!» φώναξε ο Κωστάκης.
- «Τι πάσα ήταν αυτή;» είπε ο Γιώργος.
Ο Ντόζας κοκκίνισε… όσο μπορεί να κοκκινίσει ένας μπουλντόζας.
- «Ε… αν θέλετε… μπορώ να δοκιμάσω;» είπε διστακτικά.
Και τότε έγινε το απίστευτο.
Ο Ντόζας δεν έτρεχε γρήγορα, αλλά είχε τέλειες πάσες.
Δεν κλωτσούσε, αλλά οδηγούσε τη μπάλα με προσοχή.
Και όταν χρειάστηκε τέρμα; Στάθηκε μπροστά και κανείς δεν περνούσε!
Το γήπεδο γέμισε γέλια και χειροκροτήματα.
- «Ντόζα, είσαι απίθανος!»
- «Είσαι ο καλύτερος αμυντικός!»
Ο Ντόζας ένιωσε κάτι ζεστό να γεμίζει το σασί του.
Χαρά. Περηφάνια. Όνειρο που έγινε αληθινό.
Από εκείνη τη μέρα, ο Ντόζας ήταν και μπουλντόζας…
και ποδοσφαιριστής.
Γιατί έμαθε κάτι πολύ σημαντικό:
Δεν έχει σημασία τι είσαι φτιαγμένος να κάνεις.
Σημασία έχει τι αγαπά η καρδιά σου.
Και κάπου εκεί, στο χωράφι με τη σκόνη,
μια μπάλα κύλησε ξανά…
και ο Ντόζας χαμογέλασε.
